Μετάβαση στο περιεχόμενο

αστερομάτης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αστερομάτης η αστερομάτα το αστερομάτικο
      γενική του αστερομάτη της αστερομάτας του αστερομάτικου
    αιτιατική τον αστερομάτη την αστερομάτα το αστερομάτικο
     κλητική αστερομάτη αστερομάτα αστερομάτικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αστερομάτηδες οι αστερομάτες τα αστερομάτικα
      γενική των αστερομάτηδων των αστερομάτικων
    αιτιατική τους αστερομάτηδες τις αστερομάτες τα αστερομάτικα
     κλητική αστερομάτηδες αστερομάτες αστερομάτικα
To ουδέτερο, από τα επίθετα σε -ικος.
Το αρσενικό και το θηλυκό, και ως ουσιαστικά.
Κατηγορία όπως «ζηλιάρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αστερομάτης < αστέρ(ι) + -ο- + -μάτης

Επίθετο

[επεξεργασία]

αστερομάτης, -α, -ικο (θηλυκό αστερομάτα & αστερομάτισσα) (σε χρήση και ως ουσιαστικό)

  • (λυρικό / ποιητικό) που έχει μάτια λαμπερά σαν άστρα
      αστερομάτη γλάρε , Πώχεις χαρά το πέταμα , καϋμό τη λευτεριά , Τους λογισμούς , τους πόθους μου , τα ονείρατά μου πάρε , και φέρετα στα πέλαγα , μακρύ ̓ απ ' τη στεργιά (Ειρήνη Σαββίδου, Τα πουλιά στην ελληνική ποίηση: Από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, εκδ. Κρήνη, 1991)
      «Περδικομάτα», «αστερομάτα», «σκιζαμυγδαλάτη» χαρακτηριζόταν η γυναίκα που είχε ωραία μάτια και «σουμερλούδες» και «τσιμπλούδες» οι γυναίκες με μικρά μάτια. (Το λεξιλόγιο των Μικρασιατών για τις γυναίκες της Σμύρνης, constantinoupoli.com, 3/8/2017 )

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἀστερομμάτης -  Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών, online έως το λήμμα «δαχτυλωτός». Έντυπη έκδοση: επτά τόμοι (19332022) ως το λήμμα «δόγης» / ΙΛΝΕ@TLG στο Thesaurus Linguae Graecae online έως το λήμμα «δόγης» (αναζήτηση, βραχυγραφίες)