αστερωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αστερωμένος αστερωμένη αστερωμένο
γενική αστερωμένου αστερωμένης αστερωμένου
αιτιατική αστερωμένο αστερωμένη αστερωμένο
κλητική αστερωμένε αστερωμένη αστερωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αστερωμένοι αστερωμένες αστερωμένα
γενική αστερωμένων αστερωμένων αστερωμένων
αιτιατική αστερωμένους αστερωμένες αστερωμένα
κλητική αστερωμένοι αστερωμένες αστερωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστερωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αστερώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αστερωμένος

  1. γεμάτος αστέρια

δεν έχει σύννεφα απόψε κι ο ουρανός είναι αστερωμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]