αστροπελέκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αστροπελέκι | τα | αστροπελέκια |
| γενική | του | (αστροπελεκιού) | των | (αστροπελεκιών) |
| αιτιατική | το | αστροπελέκι | τα | αστροπελέκια |
| κλητική | αστροπελέκι | αστροπελέκια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αστροπελέκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀστροπελέκι (< ἀστραποπελέκι με απλολογία ἀστραπο- > ἀστρο- ή με παρετυμολογία προς το ἀστρο-)[1] < ἀστραπή + πελέκι (→ δείτε τη λέξη πέλεκυς)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αστροπελέκι ουδέτερο
- (λαϊκότροπο) κεραυνός
- ※ Έτσι και στον Κοσμά. άμα ταξίδεψε, Θεέ μου, σα δέντρο που το χτύπησε αστροπελέκι ένιωθα. (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου, Ροζαλία, εκδ. Ιωλκός, 2015, σελ. 128)
- ※ Αυτές οι ζεβζεκιές τον φάγανε Ελισώ μου, αυτές τον σκοτώσανε κι όχι το αστροπελέκι και μ' άφησε χήρα και μοναχή μου, κακόχρονο να'χει ο πεζεβένγκης. (Δημήτρης Τσαλίδης, Γιοκ τζάνιμ, εκδ. Νεφέλη, 2005, σελ. 46)
- (σκωπτικό, μειωτικό, ευφημισμός) αργόστροφος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- αστραπελέκι (σπάνιο)[2]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αστροπελέκι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Μένος Φιλήντας, Γλωσσογνωσία και γλωσσογραφία ελληνική, τόμ. Α΄ (Αθήνα: Εκδοτική Εταιρεία «Αθηνά» Α.Ι. Ράλλη, περ. 1926), pdf σ.86
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' με δύσχρηστη γενική ενικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική ενικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Σκωπτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ευφημισμοί (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)