αστροφώτιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αστροφώτιστος αστροφώτιστη αστροφώτιστο
γενική αστροφώτιστου αστροφώτιστης αστροφώτιστου
αιτιατική αστροφώτιστο αστροφώτιστη αστροφώτιστο
κλητική αστροφώτιστε αστροφώτιστη αστροφώτιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αστροφώτιστοι αστροφώτιστες αστροφώτιστα
γενική αστροφώτιστων αστροφώτιστων αστροφώτιστων
αιτιατική αστροφώτιστους αστροφώτιστες αστροφώτιστα
κλητική αστροφώτιστοι αστροφώτιστες αστροφώτιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστροφώτιστος < άστρο + φως

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αστροφώτιστος, -η, -ο αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  1. ο έναστρος
  2. (αστροφυσική) (πλήρως ή μερικώς ετερόφωτο) σώμα που φωτίζεται από αστέρα ή αστέρες
  3. (μεταφορικά) ο λαμπρός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]