αστυθύρεος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστυθύρεος αστυθύρεοι
γενική αστυθυρέου
& αστυθύρεου
αστυθυρέων
& αστυθύρεων
αιτιατική αστυθύρεο αστυθυρέους
& αστυθύρεους
κλητική αστυθύρεε αστυθύρεοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

αστυθύρεος < αστυ- + θυρεός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/?/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αστυθύρεος (el) αρσενικό