αστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αστός οι αστοί
      γενική του αστού των αστών
    αιτιατική τον αστό τους αστούς
     κλητική αστέ αστοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστός < αρχαία ελληνική ἀστός < ἄστυ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αστός αρσενικό

  1. ο κάτοικος της πόλης.
  2. Ο μεγαλοεπιχειρηματίας, ο πλουτοκράτης· το άτομο εκείνο που κατέχει μεγαλύτερη περιουσία σε σχέση με την πλειοψηφία της κοινωνίας χάρην στις επιχειρήσεις του.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]