ασυγκράτητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασυγκράτητος < α- στερητ. + συγκρατώ

Επίθετο[επεξεργασία]

ασυγκράτητος

  1. που δεν αναχαιτίζεται, ακράτητος
  2. που δε συγκρατείται
    ασυγκράτητο κλάμα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]