ασυγκράτητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασυγκράτητος < α στερητ.+συγκρατώ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασυγκράτητος

  1. που δεν αναχαιτίζεται, ακράτητος
  2. που δε συγκρατείται

ασυγκράτητο κλάμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]