ασυγχρόνιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασυγχρόνιστος < α- στερητικό + συγχρονίζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασυγχρόνιστος

  1. (μτφ.) απροσάρμοστος στο ρεύμα τής εποχής του, οπισθοδρομικός
  2. όχι συγχρονισμένος

ασυγχρόνιστες κινήσεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]