ασυνέπεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασυνέπεια ασυνέπειες
γενική ασυνέπειας ασυνεπειών
αιτιατική ασυνέπεια ασυνέπειες
κλητική ασυνέπεια ασυνέπειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασυνέπεια < α- + συνέπεια < ελληνιστική κοινή συνέπεια < σύν + αρχαία ελληνική ἔπος < ϝέπος ‎< πρωτοελληνική *wékʷos < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wékʷos < *wekʷ- ‎(μιλώ) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική inconséquence)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.si.ˈnε.pi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασυνέπεια θηλυκό

  1. το να είναι κάποιος ασυνεπής, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ασυνεπούς
  2. ανακολουθία, λογική ανακολουθία· μία τήρηση κανόνα ή άλλης λογικής ρουτίνας/μεθοδολογίας/κανονικότητας

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]