ασυναγώνιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασυναγώνιστος < α στερητ.+συναγωνίζομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασυναγώνιστος

  1. ο εκτός συναγωνισμού, που δεν μπορεί κανείς να τον συναγωνιστεί

κάνω τις αγορές μου πάντα εκεί, γιατί οι τιμές των προϊόντων τους είναι ασυναγώνιστες από οπουδήποτε αλλού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]