Μετάβαση στο περιεχόμενο

ασυναρτησία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ασυναρτησία οι ασυναρτησίες
      γενική της ασυναρτησίας των ασυναρτησιών
    αιτιατική την ασυναρτησία τις ασυναρτησίες
     κλητική ασυναρτησία ασυναρτησίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ασυναρτησία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀσυναρτησία < α- (στερητικό) + συναρτώ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.si.naɾ.tiˈsi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ασυναρτησία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ασυναρτησία θηλυκό

  1. η έλλειψη λογικής σειράς και ειρμού
      στην περίπτωση της συγκεκριμένης ταινίας είχα νιώσει ότι, ε, όπως και να το κάνεις, ο δημιουργός πήγαινε γυρεύοντας για να τον κράξουν, με τέτοιο συνδυασμό ασυναρτησίας, δηθενιάς και έπαρσης που ξετύλιγε στο πανί (Απόστολος Δοξιάδης, Το τηλεφώνημα που δεν έγινε, Εκδ. Ίκαρος, 2022)
  2. (συνεκδοχικά) ο ακατανόητος λόγος, που δεν έχει λογική σειρά και ειρμό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]