ασυνδεσμικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασυνδεσμικός < α- + συνδεσμικός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική connectionless

Επίθετο[επεξεργασία]

ασυνδεσμικός

  • (δίκτυο υπολογιστών) βλ. συνώνυμο ασυνδεσιμικός
    Στις υπηρεσίες χωρίς σύνδεση ή ασυνδεσμικές, δεν υπάρχει η έννοια της λογικής σύνδεσης ούτε παρέχεται αξιοπιστία. Είναι όμως απλούστερες και χωρίς πολλές καθυστερήσεις.[1]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. ΔΙΚΤΥΑ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ, σελ. 15, Γ ́ Τάξη ΤΟΜΕΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΕΠΑ.Λ. Προσπέλαση 2020-05-07