ασυνειδησία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασυνειδησία ασυνειδησίες
γενική ασυνειδησίας ασυνειδησιών
αιτιατική ασυνειδησία ασυνειδησίες
κλητική ασυνειδησία ασυνειδησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασυνειδησία < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασυνειδησία θηλυκό

  1. ασυνείδητη πράξη, κακοήθεια
  2. (ψυχολ.) απώλεια τής συνείδησης
  3. η ιδιότητα τού ασυνείδητου, ψυχική πώρωση

η ασυνειδησία του τον έκανε να διαπράξει δύο φόνους ψυχρά


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]