Μετάβαση στο περιεχόμενο

ασυστολία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ασυστολία οι ασυστολίες
      γενική της ασυστολίας των ασυστολιών
    αιτιατική την ασυστολία τις ασυστολίες
     κλητική ασυστολία ασυστολίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ασυστολία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική asystolie + -ία < ελληνιστική κοινή συστολή < αρχαία ελληνική συστέλλω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ασυστολία θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Asystole στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • ασυστολία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  • ασυστολία - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)