ασφάλεια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ασφάλεια | οι | ασφάλειες |
| γενική | της | ασφάλειας & ασφαλείας |
των | ασφαλειών |
| αιτιατική | την | ασφάλεια | τις | ασφάλειες |
| κλητική | ασφάλεια | ασφάλειες | ||
| Συνήθως στον ενικό. | ||||
| Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ασφάλεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσφάλεια[1] < ἀσφαλής
- παροχή προστασίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sécurité, sûreté
- σχετικά με ασφαλιστική κάλυψη < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική insurance & γαλλική assurance

Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈsfa.li.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐σφά‐λει‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ασφάλεια θηλυκό( συνήθως στον ενικό)
- το να νιώθει κάποιος ότι είναι ασφαλής απέναντι σε κινδύνους
η οικογένεια μπορεί να προσφέρει το αίσθημα της ασφάλειας στα μέλη της- ※ Τέλος, ανανέωσε το ραντεβού για πριν το Πάσχα όπου θα έχει ολοκληρωθεί η πλήρης προετοιμασία ώστε να συμπληρωθούν και να διορθωθούν τυχόν παραλείψεις και αβλεψίες με στόχο την ασφάλεια και την εύνομη λειτουργία του κάθε νησιού, ώστε να αισθάνονται όλοι ότι έρχονται σε έναν τόπο ασφαλή, που προστατεύει την υγεία τους, τη ζωή και την ακεραιότητά τους. (Γραφείο Τύπου, Δήμος Πάρου, 17/12/2024, paros.gr )
- η τήρηση της δημόσιας τάξης
σώματα ασφαλείας
- (με κεφαλαίο αρχικό) παράρτημα της αστυνομίας το οποίο στελεχώνεται από αστυνομικούς με πολιτική περιβολή (μη ένστολους) με σκοπό τις παρακολουθήσεις υπόπτων
- ※ Ένα μεσημέρι ήρθε η Ασφάλεια και δήλωσε πως θα κάνει έρευνα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- η διατήρηση της ειρήνης
το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ
- η έλλειψη σφάλματος, η βεβαιότητα
μπορεί κανείς να συμπεράνει με σχετική ασφάλεια ότι ...
- ασφαλιστική εταιρεία, εταιρεία που ασφαλίζει τους πελάτες της έναντι κινδύνων, εισπράττει από αυτούς ασφάλιστρα και τους αποζημιώνει αν υποστούν κάποια βλάβη για την οποία έχουν ασφαλιστεί
- το ασφαλιστικό συμβόλαιο που έχει υπογράψει ένας ασφαλισμένος με την ασφαλιστική εταιρεία
- μηχανισμός που προστίθεται σε ένα ηλεκτρικό δίκτυο και προστατεύει από υπερβολική τάση
- μηχανισμός που προστατεύει μια συσκευή, ένα όπλο, μια εγκατάσταση από ατύχημα, υπερφόρτωση, τυχαία εκπυρσοκρότηση κλπ
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ασφαλής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ασφάλεια
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ασφάλεια - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' και με λόγια γενική ενικού -ας (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)