ασφάλιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ασφάλιση οι ασφαλίσεις
      γενική της ασφάλισης
& ασφαλίσεως
των ασφαλίσεων
    αιτιατική την ασφάλιση τις ασφαλίσεις
     κλητική ασφάλιση ασφαλίσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασφάλιση < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασφάλιση θηλυκό

  1. ασφάλιση (κατά τη νομική έννοια) είναι κοινωνία όμοιων κινδύνων που παρεχει στα μελη της, με ανταλαγμα (ασφαλιστρο ή εισφορα) αυτονομη αξιωση για καλυψη οικονομικης αναγκης. πιο τυπικα μπορει να ορισθει σαν ενα συστημα κατα το οποιο ο ασφαλιστης, εναντι μιας συνηθως εκ των προτερων οριζομενης εισφορας, υποσχεται να αποζημιωσει τον ασφαλιζομενο ή να του προσφερει υπηρεσιες, στην περιπτωση που ορισμενα τυχαια περιστατικα εχουν σαν αποτελεσμα την επελευση ζημιων κατα την διαρκεια μιας ορισμενης περιοδου.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]