ασφαλιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ασφαλιστής οι ασφαλιστές
      γενική του ασφαλιστή των ασφαλιστών
    αιτιατική τον ασφαλιστή τους ασφαλιστές
     κλητική ασφαλιστή ασφαλιστές
όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασφαλιστής < ασφαλίζω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασφαλιστής αρσενικό

  • το φυσικό ή νομικό πρόσωπο (ή εκπρόσωπος ή υπάλληλος νομικού προσώπου) που, με ειδική συμφωνία, αναλαμβάνει να αποκαταστήσει ενδεχόμενες ζημιές άλλου, του ασφαλισμένου
    έκανα παζάρια με τον ασφαλιστή και κέρδισα μια χαμηλή τιμή για την ασφάλεια τού αυτοκινήτου μου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]