ασφυκτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ασφυκτικός ασφυκτική ασφυκτικό
γενική ασφυκτικού ασφυκτικής ασφυκτικού
αιτιατική ασφυκτικό ασφυκτική ασφυκτικό
κλητική ασφυκτικέ ασφυκτική ασφυκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασφυκτικοί ασφυκτικές ασφυκτικά
γενική ασφυκτικών ασφυκτικών ασφυκτικών
αιτιατική ασφυκτικούς ασφυκτικές ασφυκτικά
κλητική ασφυκτικοί ασφυκτικές ασφυκτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασφυκτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασφυκτικός

  1. που εμποδίζει την αναπνοή
  2. (μεταφορικά) που περιορίζει πάρα πολύ την κίνηση ή την ανάπτυξη

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]