ασχημαίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασχημαίνω < άσχημος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ασχημαίνω

  1. κάνω κάποιον ή κάτι δύσμορφο
  2. γίνομαι άσχημος, δύσμορφος
  3. ασχημίζω

παρά τις επιθυμίες της, μετά την αποτυχημένη της πλαστική εγχείρηση, ασχήμυνε περισσότερο

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]