ασχημόπαπο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασχημόπαπο ασχημόπαπα
γενική ασχημόπαπου ασχημόπαπων
αιτιατική ασχημόπαπο ασχημόπαπα
κλητική ασχημόπαπο ασχημόπαπα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασχημόπαπο < άσχημος + παπί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασχημόπαπο ουδέτερο

  1. ένα άτομο άσχημο, πολλές φορές όμως συμπαθητικό
  2. το άτομο που δεν είναι όμορφο ως παιδί, αλλά μεγαλώνοντας θα ομορφύνει
    το ασχημόπαπο που, όπως στο παραμύθι, έγινε κύκνος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]