ασύλληπτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀσύλληπτος, ασύλητος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ασύλληπτος η ασύλληπτη το ασύλληπτο
      γενική του ασύλληπτου της ασύλληπτης του ασύλληπτου
    αιτιατική τον ασύλληπτο την ασύλληπτη το ασύλληπτο
     κλητική ασύλληπτε ασύλληπτη ασύλληπτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ασύλληπτοι οι ασύλληπτες τα ασύλληπτα
      γενική των ασύλληπτων των ασύλληπτων των ασύλληπτων
    αιτιατική τους ασύλληπτους τις ασύλληπτες τα ασύλληπτα
     κλητική ασύλληπτοι ασύλληπτες ασύλληπτα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασύλληπτος < ελληνιστική κοινή ἀσύλληπτος < αρχαία ελληνική ἀ- (στερητικό) + συλλαμβάνω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική incompréhensible)

Επίθετο[επεξεργασία]

ασύλληπτος

  1. που διαφεύγει τη σύλληψη
    ο δραπέτης των φυλακών παραμένει ασύλληπτος
  2. που δεν μπορεί να τον συλλάβει (κατανοήσει ή αντιληφθεί) το ανθρώπινο μυαλό, το αδιανόητο
    το ασύλληπτο μυστήριο του Θεού
    το μέγεθος της καταστροφής είναι ασύλληπτο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]