ασύνετος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασύνετος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ασύνετος

  1. αυτός που δεν έχει σύνεση, απερίσκεπτος.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]