ασύντακτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασύντακτος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασύντακτος

  1. που δεν έχει συνταχθεί ακόμα
  2. γραπτός ή προφορικός λόγος όχι σύμφωνος με τους συντακτικούς κανόνες
  3. που βρίσκεται σε κατάσταση αταξίας, ανοργάνωτος
  4. που δεν έχει συνταχθεί με άλλους

η χώρα έμεινε ασύντακτη και ήταν αμερόληπτη κατά τη διάρκεια τού πολέμου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]