ασύντακτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασύντακτος < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ασύντακτος

  1. που δεν έχει συνταχθεί ακόμα
  2. γραπτός ή προφορικός λόγος όχι σύμφωνος με τους συντακτικούς κανόνες
  3. που βρίσκεται σε κατάσταση αταξίας, ανοργάνωτος
  4. που δεν έχει συνταχθεί με άλλους
    η χώρα έμεινε ασύντακτη και ήταν αμερόληπτη κατά τη διάρκεια τού πολέμου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]