Μετάβαση στο περιεχόμενο

ασύντυχος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ασύντυχος η ασύντυχη το ασύντυχο
      γενική του ασύντυχου της ασύντυχης του ασύντυχου
    αιτιατική τον ασύντυχο την ασύντυχη το ασύντυχο
     κλητική ασύντυχε ασύντυχη ασύντυχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ασύντυχοι οι ασύντυχες τα ασύντυχα
      γενική των ασύντυχων των ασύντυχων των ασύντυχων
    αιτιατική τους ασύντυχους τις ασύντυχες τα ασύντυχα
     κλητική ασύντυχοι ασύντυχες ασύντυχα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ασύντυχος < α- στερητικό + σύντυχος (< συντυγχάνω < αρχαία ελληνική συντυγχάνω)

Επίθετο

[επεξεργασία]

ασύντυχος, -η, -ο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Κυπριακά (el-cyp)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ασύντυχος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

ασύντυχος, -η, -ον

  1. αμίλητος
  2. (εκκλησιαστικός όρος) άγιος