ασώματος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασώματος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ασώματος

  1. ο χωρίς σώμα
  2. άυλος, που υπάρχει μόνο σαν ιδέα
    αγάπη είναι μία ασώματη έννοια που δεν μπορούμε να τη δούμε

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]