ατέλεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ατέλεια ατέλειες
γενική ατέλειας ατελειών
αιτιατική ατέλεια ατέλειες
κλητική ατέλεια ατέλειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατέλεια < αρχαία ελληνική ἀτέλεια < ἀτελής< ἀ- στερητικό + τέλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ατέλεια θηλυκό

  1. η έλλειψη υποχρέωσης για πληρωμή δασμών ή φόρων, η απαλλαγή από αυτούς.
  2. το ελάττωμα


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]