ατέλειωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατέλειωτος < αρχαία ελληνική ἀτελείωτος < ἀ- (στερητικό) + τελειώνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ατέλειωτος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: ατελείωτος