ατέντωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ατέντωτος ατέντωτη ατέντωτο
γενική ατέντωτου ατέντωτης ατέντωτου
αιτιατική ατέντωτο ατέντωτη ατέντωτο
κλητική ατέντωτε ατέντωτη ατέντωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατέντωτοι ατέντωτες ατέντωτα
γενική ατέντωτων ατέντωτων ατέντωτων
αιτιατική ατέντωτους ατέντωτες ατέντωτα
κλητική ατέντωτοι ατέντωτες ατέντωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατέντωτος < α- + τεντώνω + -τος < μεσαιωνική ελληνική τεντώνω < τέντα < λατινική tenta, θηλυκό του tentus < tendo < πρωτοϊταλικά *tendō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ten- (τείνω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈtɛn.dɔ.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ατέντωτος

  • ο μη τεντωμένος, που δεν τεντώθηκε ή δεν τεντώνεται, χαλαρός
    το καλοκαίρι, εξαιτίας της διαστολής των σωμάτων από τη ζέστη, τα καλώδια στους πυλώνες είναι ατέντωτα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]