ατίθασος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀτίθασος, ατιθάσευτος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ατίθασος ατίθαση ατίθασο
γενική ατίθασου ατίθασης ατίθασου
αιτιατική ατίθασο ατίθαση ατίθασο
κλητική ατίθασε ατίθαση ατίθασο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατίθασοι ατίθασες ατίθασα
γενική ατίθασων ατίθασων ατίθασων
αιτιατική ατίθασους ατίθασες ατίθασα
κλητική ατίθασοι ατίθασες ατίθασα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατίθασος < ελληνιστική κοινή ἀτίθασος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ατίθασος, -η, -ο

  1. που δεν είναι δυνατόν να τιθασευτεί, να εξημερωθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άγριος, αδάμαστος, ατιθάσευτος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: εξημερωμένος, τιθασευμένος
  2. που δεν πειθαρχεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απείθαρχος, απειθάρχητος, ανυπάκουος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: πειθαρχημένος, υπάκουος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]