αταίριαστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αταίριαστος αταίριαστη αταίριαστο
γενική αταίριαστου αταίριαστης αταίριαστου
αιτιατική αταίριαστο αταίριαστη αταίριαστο
κλητική αταίριαστε αταίριαστη αταίριαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αταίριαστοι αταίριαστες αταίριαστα
γενική αταίριαστων αταίριαστων αταίριαστων
αιτιατική αταίριαστους αταίριαστες αταίριαστα
κλητική αταίριαστοι αταίριαστες αταίριαστα
Feet of the photographer with mismatched shoes.jpg

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αταίριαστος < μεσαιωνική ελληνική αταίριαστος α- + ταιριάζω

Επίθετο[επεξεργασία]

αταίριαστος, -η, -ο

  1. που δε ταιριάζει
     συνώνυμα: παράταιρος, ασυνταίριαστος
     αντώνυμα: ταιριαστός, ταιριασμένος, συνταιριασμένος
  2. (μεταφορικά) ανάρμοστος
  3. (μεταφορικά) (λογοτεχνικό) άφταστος, ασύγκριτος
  4. (σπάνιο) χωρίς ταίρι
     συνώνυμα: αζευγάρωτος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]