αταβιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αταβιστικός αταβιστική αταβιστικό
γενική αταβιστικού αταβιστικής αταβιστικού
αιτιατική αταβιστικό αταβιστική αταβιστικό
κλητική αταβιστικέ αταβιστική αταβιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αταβιστικοί αταβιστικές αταβιστικά
γενική αταβιστικών αταβιστικών αταβιστικών
αιτιατική αταβιστικούς αταβιστικές αταβιστικά
κλητική αταβιστικοί αταβιστικές αταβιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αταβιστικός < αταβισμός + -τικός < γαλλική atavisme < λατινική atavus (πρόγονος) < avus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂éwh₂os

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αταβιστικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]