αταξία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αταξία οι αταξίες
      γενική της αταξίας των αταξιών
    αιτιατική την αταξία τις αταξίες
     κλητική αταξία αταξίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αταξία < αρχαία ελληνική ἀταξία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αταξία θηλυκό

  1. η απουσία τάξης, η έλλειψη οργάνωσης και τακτοποίησης
  2. ενέργεια παιδιού που παραβιάζει κάποιο κανόνα, συνήθως στο σχολείο
    έκανε συνέχεια αταξίες και οι δάσκαλοι του έβαζαν τιμωρίες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]