αταξίδευτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αταξίδευτος < α στερητ.+ταξιδεύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αταξίδευτος

  1. που δεν ταξίδεψε ακόμη

μέσα στο λιμάνι, βρίσκεται ένα ολοκαίνουργιο αταξίδευτο καράβι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]