αταύτιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αταύτιστος < α στερητ.+ταυτίζω

Επίθετο[επεξεργασία]

αταύτιστος

  1. που δεν ταυτίζεται

το όνομά του έμεινε αταύτιστο με τους αγώνες που έδιναν άλλοι στην εποχή του

Μεταφράσεις[επεξεργασία]