ατζαμής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ατζαμής ατζαμήδες
γενική ατζαμή ατζαμήδων
αιτιατική ατζαμή ατζαμήδες
κλητική ατζαμή ατζαμήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατζαμής < τουρκική acemi < αραβική عجمى (ajamī) < عجم (ajam, «αναλφάβητος», που δεν γνωρίζει αραβικά)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ʣa.ˈmis/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ατζαμής, -ού και -ίδισσα, ίδικο

  • που δε γνωρίζει καλά την τέχνη του με αποτέλεσμα να κάνει συχνά λάθη

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]