ατιμωτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ατιμωτικός ατιμωτική ατιμωτικό
γενική ατιμωτικού ατιμωτικής ατιμωτικού
αιτιατική ατιμωτικό ατιμωτική ατιμωτικό
κλητική ατιμωτικέ ατιμωτική ατιμωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατιμωτικοί ατιμωτικές ατιμωτικά
γενική ατιμωτικών ατιμωτικών ατιμωτικών
αιτιατική ατιμωτικούς ατιμωτικές ατιμωτικά
κλητική ατιμωτικοί ατιμωτικές ατιμωτικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατιμωτικός < ατίμω-ση/-σις + -τικός

Επίθετο[επεξεργασία]

ατιμωτικός, -ή, -ό

  1. που προκαλεί την ατίμωση κάποιου, που ατιμάζει
    η ατιμωτική καθαίρεση αξιωματικού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]