ατμάκατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατμάκατος < ατμός + άκατος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ατμάκατος θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος): μικρό σκάφος, άκατος, που φέρει ατμομηχανή


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]