Μετάβαση στο περιεχόμενο

ατμίστρια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ατμίστρια οι ατμίστριες
      γενική της ατμίστριας των ατμιστριών
    αιτιατική την ατμίστρια τις ατμίστριες
     κλητική ατμίστρια ατμίστριες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ατμίστρια < ατμιστής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ατμίστρια θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • ατμιστής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)