ατμόπλοιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ατμόπλοιο τα ατμόπλοια
      γενική του ατμοπλοίου
& ατμόπλοιου
των ατμοπλοίων
& ατμόπλοιων
    αιτιατική το ατμόπλοιο τα ατμόπλοια
     κλητική ατμόπλοιο ατμόπλοια
όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατμόπλοιο < ατμό- + πλοῖ(ον) + -ο, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική steamship[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ατμόπλοιο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]