ατομικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ατομικός ατομική ατομικό
γενική ατομικού ατομικής ατομικού
αιτιατική ατομικό ατομική ατομικό
κλητική ατομικέ ατομική ατομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατομικοί ατομικές ατομικά
γενική ατομικών ατομικών ατομικών
αιτιατική ατομικούς ατομικές ατομικά
κλητική ατομικοί ατομικές ατομικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατομικός < άτομ(ο) + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ατομικός, -ή, -ό

  1. που αφορά το άτομο αντί για ομάδα ανθρώπων
    ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις
    συνώνυμα: προσωπικός
    αντώνυμα: συλλογικός
  2. (φυσική) που έχει σχέση με το άτομο (το πιο μικρό στοιχείο της ύλης που διατηρεί το βασικό της χαρακτήρα)
    ατομική ενέργεια
  3. που είναι αδύνατο να χωριστεί

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα=[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]