ατομικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ατομικός | η | ατομική | το | ατομικό |
| γενική | του | ατομικού | της | ατομικής | του | ατομικού |
| αιτιατική | τον | ατομικό | την | ατομική | το | ατομικό |
| κλητική | ατομικέ | ατομική | ατομικό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ατομικοί | οι | ατομικές | τα | ατομικά |
| γενική | των | ατομικών | των | ατομικών | των | ατομικών |
| αιτιατική | τους | ατομικούς | τις | ατομικές | τα | ατομικά |
| κλητική | ατομικοί | ατομικές | ατομικά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ατομικός < άτομ(ο) + -ικός < αρχαία ελληνική ἄτομον (άκοπο, άτμητο)
- που σχετίζεται με έναν άνθρωπο < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική individuel, personnel
- για τον όρο της φυσικής < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική atomique < αρχαία ελληνική ἄτομον [1]
- για τους όρους λογικής, μαθηματικών, πληροφορικής < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική atomic < αρχαία ελληνική ἄτομον
Επίθετο
[επεξεργασία]ατομικός, -ή, -ό
- που αφορά ένα άτομο αντί για ομάδα ανθρώπων
- ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις, ατομική ψυχολογία, ατομική φωνολογία ή φωνολογία του ατόμου
- ※ Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιης φορολογίας, την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, την εκπαίδευση των πολιτών, την εξασφάλιση όχι μόνο της ζωής, αλλά και μιας άνετης ζωής. (Αχιλλέας Παπαθανασίου, Αρχαία Ελληνικά Ι - Ομάδα προσανατολισμού ανθρωπιστικών ανθρωπιστικών σπουδών - Γ΄ Λυκείου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 314)
- ≈ συνώνυμα: προσωπικός
- ≠ αντώνυμα: συλλογικός
- (φυσική)
- (φιλοσοφία) που είναι αδύνατο να χωριστεί
- (νεολογισμοί: λογική, μαθηματικά, γλωσσολογία)
νεολογικοί όροι επιστημών από τα αγγλικά, όπως ατομική έννοια (atomic concept), ατομική πρόταση (atomic sentence, atomic proposition), ατομικός κανόνας (atomic rule)
- (πληροφορική) σύνολο λειτουργιών που αντιμετωπίζονται σαν μία και αδιαίρετη (βλ. ατομικότητα)
- (πληροφορική) τιμή που λαμβάνεται σαν ολότητα και δεν πρέπει να υποδιαιρείται σε περισσότερες τιμές, όπως σε κάποιες περιπτώσεις μιά συμβολοσειρά (string)
- Αντίθετα από το μοντέλο ΟΣ που επιτρέπει σύνθετα και πλειότιμα γνωρίσματα, στο σχεσιακό μοντέλο κάθε γνώρισμα παίρνει ατομικές τιμές, δηλαδή μια απλή τιμή.[2]
- Mε τον όρο ατομικές (atomic) εννοούμε ότι καμιά τιμή από το πεδίο ορισμού δεν μπορεί να διασπαστεί, στα πλαίσια του σχεσιακού μοντέλου.[3]
- (νεολογισμοί: λογική, μαθηματικά, γλωσσολογία)
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]{{({}}
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ατομικός
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ατομικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 44, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04
- ↑ Μ.Χατζόπουλος, 2009, Το Σχεσιακό Μοντέλο - Σχεσιακή Άλγεβρα, Σχεσιακός Λογισμός, σελ. 5. Προσπέλαση 2020-02-06
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Φυσική (νέα ελληνικά)
- Φιλοσοφία (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Λογική (νέα ελληνικά)
- Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)