ατροφία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ατροφία ατροφίες
γενική ατροφίας ατροφιών
αιτιατική ατροφία ατροφίες
κλητική ατροφία ατροφίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατροφία < αρχαία ελληνική ἀτροφία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ατροφία θηλυκό

  1. η ασθενική κατάσταση ενός οργάνου ως προς τις διαστάσεις και τη λειτουργικότητά του, που οφείλεται σε τραύμα, ασθένεια ή σε ελλιπή χρήση του

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]