ατροφώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατροφώ < αρχαία ελληνική ἀτροφέω / ἀτροφῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ατροφώ

  1. (ιατρική) υποφέρω από ατροφία, έχω ατονήσει, είμαι καχεκτικός
  2. (μεταφορικά) υπολειτουργώ, έχω ατονήσει

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]