ατσαλένιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ατσαλένιος ατσαλένια ατσαλένιο
γενική ατσαλένιου ατσαλένιας ατσαλένιου
αιτιατική ατσαλένιο ατσαλένια ατσαλένιο
κλητική ατσαλένιε ατσαλένια ατσαλένιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατσαλένιοι ατσαλένιες ατσαλένια
γενική ατσαλένιων ατσαλένιων ατσαλένιων
αιτιατική ατσαλένιους ατσαλένιες ατσαλένια
κλητική ατσαλένιοι ατσαλένιες ατσαλένια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατσαλένιος < ατσάλι + -ένιος < μεσαιωνική ελληνική ἀτσάλιν < βενετική azzal < υστερολατινική aciarium (ferrum) (=κοφτερός σίδηρος) < λατινική acies < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) h₂eḱ- (κοφτερός, αιχμηρός)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ατσαλένιος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]