ατσιμεντάριστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ατσιμεντάριστος ατσιμεντάριστη ατσιμεντάριστο
γενική ατσιμεντάριστου ατσιμεντάριστης ατσιμεντάριστου
αιτιατική ατσιμεντάριστο ατσιμεντάριστη ατσιμεντάριστο
κλητική ατσιμεντάριστε ατσιμεντάριστη ατσιμεντάριστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατσιμεντάριστοι ατσιμεντάριστες ατσιμεντάριστα
γενική ατσιμεντάριστων ατσιμεντάριστων ατσιμεντάριστων
αιτιατική ατσιμεντάριστους ατσιμεντάριστες ατσιμεντάριστα
κλητική ατσιμεντάριστοι ατσιμεντάριστες ατσιμεντάριστα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατσιμεντάριστος < α- + τσιμεντάρω + -τος < τσιμέντο < ιταλική cimento / cemento < λατινική caementum < caedo < πρωτοϊταλικά *kaidō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *keh₂id- / *kh₂eyd- (κόβω, λαξεύω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.tsi.mεn.ˈda.ɾi.stɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

ατσιμεντάριστος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]