αττική διάλεκτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αττική διάλεκτος | ||
| γενική | της | αττικής διαλέκτου | ||
| αιτιατική | την | αττική διάλεκτος | ||
| κλητική | αττική διάλεκτος | |||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]αττική διάλεκτος θηλυκό
- (γλώσσα) διάλεκτος της ανατολικής ομάδας διαλέκτων αρχαίας ελληνικής που ομιλείτο στην Αττική και στην αρχαία Αθήνα (Ἀθῆναι) καθώς και σε πολλά άλλα μέρη στον ελληνικό κόσμο λόγω της εξάπλωσης της αττικής κοινής
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αττική διάλεκτος
|
|