ατυχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ατυχία ατυχίες
γενική ατυχίας ατυχιών
αιτιατική ατυχία ατυχίες
κλητική ατυχία ατυχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατυχία < από το αρσενικό στερητικό και το τύχη.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ατυχία θηλυκό

  1. Η έλλειψη τύχης.
    Είχαμε μεγάλη ατυχία.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]