ατόλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ατόλη ατόλες
γενική ατόλης ατολών
αιτιατική ατόλη ατόλες
κλητική ατόλη ατόλες
η ατόλη Ατάφου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατόλη < αγγλική atoll < ντιβεχί athohu

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ατόλη θηλυκό

  1. σύμπλεγμα κοραλλιογενών υφάλων ή νήσων

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]