αυθεντία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυθεντία αυθεντίες
γενική αυθεντίας αυθεντιών
αιτιατική αυθεντία αυθεντίες
κλητική αυθεντία αυθεντίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυθεντία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αυθεντία θηλυκό

  • το άτομο που οι γνώσεις του σε έναν συγκεκριμένο τομέα εκτιμώνται εξαιρετικά και συνεπώς δεν αμφισβητείται από κανέναν η γνώμη του

32πχ Μεταφράσεις[]