αυλάκωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυλάκωση αυλακώσεις
γενική αυλάκωσης
& αυλακώσεως
αυλακώσεων
αιτιατική αυλάκωση αυλακώσεις
κλητική αυλάκωση αυλακώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυλάκωση < αυλακώνω + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυλάκωση θηλυκό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυλακώνω, αυλακιά, αυλάκιασμα
  2. ράβδωση με ελικοειδή μορφή μέσα από την κάννη ενός όπλου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]