αυλαία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυλαία αυλαίες
γενική αυλαίας αυλαιών
αιτιατική αυλαία αυλαίες
κλητική αυλαία αυλαίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυλαία < ελληνιστική κοινή αὐλαία < αρχαία ελληνική αὐλή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ew- (διανυκτερεύω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυλαία θηλυκό

  1. (θέατρο) βαριά κουρτίνα που χωρίζει τη σκηνή ενός θεάτρου από το χώρο των θεατών
  2. (κατ’ επέκταση) το τέλος κάποιας θεατρικής πράξης, κατά το οποίο κατεβαίνει η εν λόγω κουρτίνα
  3. (κατ’ επέκταση) η αρχή κάποιας θεατρικής πράξης, κατά το οποίο ανεβαίνει η εν λόγω κουρτίνα
  4. (μεταφορικά) το τέλος μιας υπόθεσης ή κατάστασης
  5. (μεταφορικά) η απαρχή εξελίξεων σε μία υπόθεση ή κατάσταση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: αυλή

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]